Το γοτθικό στοιχείο αναφέρεται σε μια αισθητική που εκτείνεται από τη μεσαιωνική περίοδο έως τη σύγχρονη εποχή (νεογοτθικό). Η γοτθική έκφραση ξεκινά από την αρχιτεκτονική (οξυκόρυφα τόξα, υψηλοί πύργοι, υαλογραφήματα) και επεκτείνεται στη λογοτεχνία και τις τέχνες, αναπτύσσοντας διαφορετικά χαρακτηριστικά ανάλογα με το πολιτισμικό περιβάλλον. Στην Αγγλία, το γοτθικό μυθιστόρημα κυριάρχησε μεταξύ 1764 και 1820, από τον Horace Walpole και την Ann Radcliffe [Ανν Ράντκλιφ] έως τον Matthew Gregory Lewis [Μάθιου Γκρέγκορυ Λούις], παράλληλα με την άνθηση του γοτθικού δράματος, στο οποίο συνέβαλε και ο Walter Scott [Ουώλτερ Σκοττ] με τις σκοτεινές μπαλάντες και τις δραματουργικές του διασκευές. Στη Γαλλία, η αισθητική αυτή συνδέθηκε με την πολιτική ανατροπή μετά τη Γαλλική Επανάσταση, στηλιτεύοντας τη διαφθορά της αριστοκρατίας και τη θρησκευτική υποκρισία. Στη σκηνή, γοτθικά μοτίβα (στοιχειωμένα κάστρα, υπόγεια, καταδιωκόμενη αθωότητα) τροφοδότησαν το πρώιμο μελόδραμα του René Charles Guilbert de Pixérécourt [Ρενέ Σαρλ Γκιλμπέρ ντε Πιξερεκούρ]. Στη Γερμανία, η επιρροή του ρομαντισμού οδήγησε στο φανταστικό και μακάβριο αφήγημα του E.T.A. Hoffmann [Ε.Τ.Α. Χόφμαν], με το μοτίβο του σωσία [doppelgänger] ως έκφραση του ψυχικού διχασμού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο τρόμος μετατοπίστηκε αφενός σε απομονωμένες αγροικίες και πουριτανικά χωριά, αφετέρου σε ετοιμόρροπα αρχοντικά και νοσηρούς εσωτερικούς χώρους, αντικατοπτρίζοντας τις αντιφάσεις της αμερικανικής ιστορίας. Ο Nathaniel Hawthorne [Ναθάνιελ Χώθορν] συνέδεσε το γοτθικό μοτίβο της κληρονομικής κατάρας με την πουριτανική ενοχή της Νέας Αγγλίας, ενώ ο Edgar Allan Poe [Έντγκαρ Άλλαν Πόε] το μετέφερε στο πεδίο του ψυχολογικού τρόμου, της φθοράς και της παράνοιας.
Στις παραστατικές τέχνες, η γοτθική ποιότητα επιδρά σε όλες τις συνιστώσες της δημιουργίας, αξιοποιώντας τις αντιθέσεις ανάμεσα στο φως και το σκότος, το ορατό και το αόρατο, το λογικό και το παράλογο. Στο θέατρο, η αισθητική αυτή αποτυπώνεται σε κειμενικές θεματικές και σκηνικές τεχνικές που επιδιώκουν να διεγείρουν το αίσθημα του Υψηλού, προκαλώντας στο κοινό δέος, ανησυχία ή τρόμο. Γοτθικά στοιχεία εντοπίζονται σε πολλές ιστορικές περιόδους: από το μεσαιωνικό θρησκευτικό θέατρο και τις αναγεννησιακές τραγωδίες εκδίκησης μέχρι το ρομαντικό θέατρο του 19ου αιώνα.
Μια ιδιαίτερη έκφανση του γοτθικού στοιχείου στη γερμανική δραματουργία αποτελεί η τραγωδία του πεπρωμένου [Schicksalstragödie]. Το συγκεκριμένο προ-ρομαντικό και ρομαντικό δράμα αναπτύχθηκε στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, εστιάζοντας στην αναπόδραστη μοίρα και σε μια σκοτεινή, προκαθορισμένη καταστροφή που καταδιώκει τους ήρωες. Κεντρικό παράδειγμα αποτελεί το έργο Ουγκολίνο [Ugolino] (1768) του Heinrich Wilhelm von Gerstenberg [Χάινριχ Βίλχελμ φον Γκέρστενμπεργκ]. Η τραγωδία του πεπρωμένου χρησιμοποιεί συχνά γοτθικά μοτίβα, όπως κατάρες και στοιχειωμένες τοποθεσίες που συνδέονται με αντικείμενα ή συγκεκριμένες ημερομηνίες, δημιουργώντας μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα τρόμου όπου η ανθρώπινη θέληση αδυνατεί να κάμψει τη δύναμη του μοιραίου.
Κατά τον 19ο αιώνα, η ρομαντική όπερα ενσωμάτωσε στοιχεία του υπερφυσικού και του μακάβριου στη δραματουργία και τη μουσική της. Στο γερμανικό ρεπερτόριο, έργα όπως ο Ελεύθερος σκοπευτής [Der Freischütz] του Carl Maria von Weber [Καρλ Μαρία φον Βέμπερ] εισήγαγαν σκηνές σε απόκοσμα τοπία, όπου η παρουσία του δαιμονικού στοιχείου είναι κυρίαρχη. Αντιστοίχως, ο Βρυκόλακας [Der Vampyr] του Heinrich Marschner [Χάινριχ Μάρσνερ] αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα γοτθικής θεματολογίας, ενώ το εμβληματικό έργο της γαλλικής γραντ-οπερά [grand opéra] Ροβέρτος ο Διάβολος [Robert le Diable] του Giacomo Meyerbeer [Τζάκομο Μέγιερμπέερ] (1831) περιλαμβάνει μια από τις πιο διάσημες γοτθικές σκηνές στην ιστορία της όπερας: το «Μπαλέτο των Μοναχών». Στο ίδιο πλαίσιο, συνθέτες του 19ου αιώνα, όπως ο Gaetano Donizetti [Γκαετάνο Ντονιτζέττι] (Lucia di Lammermoor [Λουτσία του Λάμμερμουρ]), Giuseppe Verdi [Τζουζέππε Βέρντι] (Macbeth [Μακμπέθ]), αλλά και οι Επτανήσιοι Δομήνικος Παδοβάνης [Domenico Padova / Padovani] (Il castello maledetto [Ο καταραμένος πύργος]) και Παύλος Καρρέρ [Pavlos Carrer] (Isabella d'Aspeno [Ισαβέλλα του Άσπεν]) αξιοποίησαν γοτθικής αισθητικής λογοτεχνικά και δραματουργικά πρότυπα και χρησιμοποίησαν σκοτεινά ηχοχρώματα και απότομες δυναμικές διακυμάνσεις για να αποδώσουν την αίσθηση του κινδύνου, καθιστώντας τη μουσική οργανικό μέρος της γοτθικής ατμόσφαιρας, ενώ ταυτόχρονα ενσωμάτωσαν στοιχεία όπως στοιχειωμένους πύργους, κατάρες, υπερφυσικά όντα και την κάθοδο στην τρέλα. Στον 20ό αιώνα η γοτθική αισθητική παρέμεινε ισχυρή με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη νουβέλα ψυχολογικού τρόμου και γοτθικής ατμόσφαιρας Το στρίψιμο της βίδας [The turn of the screw] του Henry James [Χένρυ Τζέιμς] που ευδοκίμησε στη σκηνή του θεάτρου πρόζας και της όπερας μέσω των μεταφορών από τον William Archibald [Ουίλλιαμ Άρτσιμπαλντ] (1950) και τον Benjamin Britten [Μπέντζαμιν Μπρίττεν] (1954) αντίστοιχα.
Στο πιο σύγχρονο μουσικό θέατρο, το γοτθικό ιδίωμα είναι κυρίαρχο, αντλώντας από την έντονη μελοδραματική του φύση και τη δύναμη της οπτικής υποβολής. Το μιούζικαλ Σουήνυ Τοντ: Ο φονικός κουρέας της οδού Φλητ [Sweeney Todd: The Demon Barber of Fleet Street] του Stephen Sondheim [Στήβεν Σόντχαϊμ] αποτελεί εμβληματικό δείγμα, καθώς συνδυάζει την εκδίκηση με τη σκοτεινή βικτωριανή ατμόσφαιρα. Παρομοίως, η ροκ-όπερα Το Φάντασμα της Όπερας [The Phantom of the Opera] του Andrew Lloyd Webber [Άντριου Λόυντ Ουέμπερ] συγκεντρώνει κλασικά γοτθικά στερεότυπα, όπως τον παραμορφωμένο ήρωα, το υπόγειο κρησφύγετο-λαβύρινθο και την καταστροφική, παθιασμένη αγάπη. Στην πιο λαϊκή του εκδοχή, το γαλλικό μιούζικαλ Notre-Dame de Paris [Η Παναγία των Παρισίων] (1998) των Riccardo Cocciante [Ρικάρντο Κοτσιάντε] και Luc Plamondon [Λυκ Πλαμοντόν], βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Victor Hugo [Βικτώρ Ουγκώ], μεταφέρει στη σκηνή τον γοτθικό καθεδρικό ναό ως κεντρικό σύμβολο, μαζί με τον παραμορφωμένο Κουασιμόδο και τη μοιραία, καταστροφική επιθυμία.
Η γοτθική έκφραση επεκτείνεται στη λαϊκή και νεανική κουλτούρα. Στον κινηματογράφο, το στοιχείο αυτό παρέμεινε κεντρικό, από τις εξπρεσιονιστικές ταινίες όπως Το εργαστήριο του δόκτορος Καλιγκάρι (1920) έως τα σύγχρονα θρίλερ. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 αναδύθηκε η νεογοτθική υποκουλτούρα «γκοθ» [goth], η οποία διαδόθηκε μέσω μουσικών συγκροτημάτων που ανέδειξαν τη μουσική σκηνή του σκοτεινού κύματος [dark wave], όπως οι Bauhaus, πρωτοπόροι του είδους, οι Siouxsie and the Banshees, οι Cure και οι Sisters of Mercy, και συνδυάζει τη μουσική, τη μόδα και την εσωστρεφή συμπεριφορά σε μια ολιστική πολιτισμική πρόταση. Στον ελληνικό χώρο, οι όροι «γκοθάς» ή «γκοθού» περιγράφουν τα μέλη αυτής της κοινότητας, η οποία υιοθετεί τη σκοτεινή ενδυμασία και την ενδοσκοπική διάθεση ως μέσα προσωπικής διαφοροποίησης, επιβεβαιώνοντας τη διαρκή ισχύ της γοτθικής αισθητικής στην έκφραση των σκοτεινών πτυχών της ανθρώπινης εμπειρίας.